ΥΠΟΠΤΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ
Με αφορμή την φετινή επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, παρουσιάστηκαν στα τοπικά μέσα ενημέρωσης (έντυπα και ηλεκτρονικά) ορισμένες απόψεις, που δύσκολα κανείς αντιστέκεται στην προκλητικότητα τους. Το κείμενο στο οποίο εμφανίστηκαν οι απόψεις αυτές, τιτλοφορούταν ως «Πολυτεχνείο» και υπογραφόταν από κάποιον «Μακρυγιάννη».
Άποψη 1η: «Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 προβάλλεται ως το τελευταίο έπος της φυλής μας. Και ενώ επιχειρείται η κατά το δυνατόν υποβάθμιση του εορτασμού άλλων επών καταβάλλεται έντονη προσπάθεια εορτασμού του ως του κατ’ εξοχήν έπους!»
Τώρα ποιοι είναι αυτοί που προβάλλουν ή υποβαθμίζουν ιστορικά γεγονότα ανάλογα με την διάθεση τους, δεν δίδεται καμιά πληροφόρηση. Γενικά αφήνεται να αιωρείται ότι είναι οι «γνωστοί άγνωστοι» συνωμότες της ιστορίας. Τα ιστορικά γεγονότα όμως δεν κρίνονται ούτε και αξιολογούνται με βάση μόνο τις καταγραφές ή τις προσεγγίσεις ή τις διαθέσεις των πρωταγωνιστών και των οπαδών τους, αλλά πρωτίστως από τις επιπτώσεις που είχαν αυτά στη συνέχεια. Επειδή όμως κάποιοι αρνούνται πεισματικά να αποδεχτούν ότι το Πολυτεχνείο απετέλεσε ορόσημο στο μετέπειτα γίγνεσθαι της χώρας, είτε γιατί ήταν ενάντια σ’ αυτό, είτε γιατί προτίμησαν να «έχουν ήσυχο το κεφάλι τους» ή γιατί έτσι τους συνέστησαν οι μέντορες τους, προβαίνουν σε άλογες προσεγγίσεις που μόνο θυμηδία προκαλούν.
Άποψη 2η: «Συνειδητοποιείτε κύριοι εκπαιδευτικοί ότι με τον τρόπο που εορτάζετε τις επετείους αντιγράφετε την άθλια νοοτροπία του γαλουχηθέντος από το δικτατορικό καθεστώς νέου αξιωματικού;»
Τουλάχιστον αστεία μπορεί να θεωρηθεί η αντιστοίχιση των διαφωτιστών της χούντας με τους σημερινούς εκπαιδευτικούς. Μια τέτοια άποψη όχι μόνο εκδηλώνει εμπάθεια, αλλά μηδενίζει και όλες τις μεταδικτατορικές δημοκρατικές κατακτήσεις του ελληνικού λαού. Η αντίληψη ότι πίσω από οποιοδήποτε κίνημα ή εκδήλωση αντίδρασης πρέπει πάντα να υπάρχουν υποκινητές (στην προκειμένη περίπτωση οι εκπαιδευτικοί), φέρνει στη μνήμη (όσων έχουν βιώματα από την εποχή της χούντας) την διάθεση των «εθνοπατέρων» χουντικών να δαιμονοποιούν κάθε αντίδραση του ελληνικού λαού ενάντια στο καθεστώς τους, «ως υποκινούμενη εκ των κουμουνιστών».
Άποψη 3η: «Ο ελληνικός λαός… Πρέπει όμως να δεχθούμε ότι στην συντριπτική του πλειονοψηφία υποτάχτηκε και αποδέχθηκε το καθεστώς, για να έχει ήσυχο το κεφάλι του».
Ο Μακρυγιάννης λέει στο Β΄ βιβλίο κεφ. 1ο πως «οι Έλληνες, κύριοι, έβαλαν την ζωή τους πρώτα, το ντουφέκι τους, το ψωμί τους, το καράβι τους και κατάστασίν τους μέσα εις το καράβι, και μ’ αυτά ανάστησαν την πατρίδα» και δεν υποτάχθηκαν ούτε αποδέχτηκαν την Τουρκοκρατία για να έχουν ήσυχο του κεφάλι τους. Οι φοιτητές και ο λαός της Αθήνας (εκείνες τις μέρες του Νοέμβρη), αρνούμενοι το νέο ραγιαδισμό που θέλησε να επιβάλει το χουντικό καθεστώς βροντοφώναξαν με τον δικό τους τρόπο αυτό που ο Μακρυγιάννης(1) είπε στους νέους κυβερνήτες της Ελλάδας, εκείνης της εποχής «Να την χέσω τέτοια λευτεριά(σ.σ. καθεστώς), οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά!». Ενώ έσκυψαν το κεφάλι μόνο όσοι ήθελαν να το έχουν ήσυχο. Και αυτοί δεν ήταν παρά μόνο όσοι έβλεπαν τη χούντα σαν μέρα γιορτινή, ενώ για όλους τους άλλους ήταν καθημερινή και βασανιστική. Η μοναξιά των νεοραγιάδων εκείνης της εποχής δεν αφανίζεται, με επινοήσεις του είδους η «συντριπτική πλειονοψηφία υποτάχτηκε και αποδέχθηκε το καθεστώς».
Άποψη 4η: «Σιγοψιθυρίζεται, αλλά δεν πολυσυζητείται, ότι ο δικτάτορας Παπαδόπουλος κατέστη ανεπιθύμητος, διότι κατά τον πόλεμο των 6 ημερών μεταξύ Ισραήλ και Αράβων στενοχώρησε τα αφεντικά του.»
Η προσπάθεια να διαχωριστεί η χούντα σε δυο περιόδους, σε μια λιγότερο κακή(του Παπαδόπουλου) και σε μια πολύ κακιά (του Ιωαννίδη), αποσκοπεί στο να απενοχοποιήσει τους πρωταίτιους του πραξικοπήματος από τα πραγματικά τους κίνητρα. Οι «σιγοψιθυριστές» που δεν τολμούν όμως να το «πολυσυζητήσουν» δημοσίως, «πληροφορούν» πως ο Παπαδόπουλος «κατέστη ανεπιθύμητος» στα «αφεντικά του», γιατί αντιστάθηκε(!!!) στα σχέδια τους… Να λοιπόν ποιοι ευθύνονται για την πτώση της πρώτης (δηλαδή της λιγότερο «κακής») χουντικής περιόδου. Οι αμερικανοί και όχι οι εξεγερθέντες του Πολυτεχνείου. Απλά οι εξεγερθέντες χρησιμοποιήθηκαν… Το ρητορικό ερώτημα «Ήταν μήπως προβοκάτσια η όλη εξέγερση; (Γιατί κι αυτό υποστηρίχτηκε)» τι θέλει να αναδείξει; Μήπως θέλει να πει πως οι ίδιοι οι αμερικανοί μαζί με κάποιους ασφαλίτες της χούντας στήσανε το Πολυτεχνείο, για να ανατρέψουν τον Παπαδόπουλο; Υποδείξανε δηλαδή τους φοιτητές να βροντοφωνάξουν τα συνθήματα: ΕΞΩ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ. ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΤΟ. ΕΞΩ ΟΙ ΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ κλπ.; Ερωτήματα που ανερυθρίαστα προβαλλόταν από τους αμετανόητους χουντικούς τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, ξαναεμφανίζονται και πάλι μετά από 36 χρόνια. Η προσπάθεια για ανακύκλωση των ίδιων ερωτημάτων, που πληροφοριακά απαντήθηκαν πάρα πολλές φορές από εκείνη ακόμη την περίοδο, εκφράζει την διάθεση ορισμένων αμετανόητων να απευθυνθούν σε ακροατήριο που είτε έχει απολέσει τις μνήμες τους είτε είναι νέο και δεν γνωρίζει τις απαντήσεις.
Άποψη 5η: «Υπήρξαν νεκροί επάνω στην πύλη ή εντός του Πολυτεχνείου; Κάποιοι που έντιμοι όντες παρέμειναν και μετά την πτώση της χούντας χουντικοί, προκαλούσαν με χρηματικές αμοιβές, όποιον θα παρέθετε στοιχεία».
Και μόνο που δηλώνεται ότι υπήρχαν «Κάποιοι που έντιμοι όντες παρέμειναν και μετά την πτώση της χούντας χουντικοί», αποκαλύπτει ποιοι είναι αυτοί που εκφράζουν τέτοιες απόψεις και ποιο είναι το πολιτικό τους στίγμα. Το ερώτημα που τίθεται είναι, πόσο έντιμος μπορεί να είναι κάποιος (δηλαδή χουντικός) που συνετέλεσε στην ανατροπή της νομιμότητας και συνέβαλε στο να μπει τη δημοκρατία στο γύψο; Κατά συνέπεια πόσο έντιμη μπορεί να είναι και μια τέτοια στοιχηματική έκλυση του; Οι επώνυμες μαρτυρίες – για τα θύματα εκείνων των ημερών – που κάθε χρόνο επαναλαμβάνονται από τους πρωταγωνιστές εκείνων των γεγονότων, δεν έχουν γι’ αυτούς καμιά αξία. Όταν αμφισβητούνται λοιπόν στις μέρες μας τέτοια γεγονότα, όπου υπάρχουν ακόμη ζωντανοί μάρτυρες, πόσο μάλιστα θα αμφισβητούνται αυτά αργότερα, όταν δηλαδή θα έχουν εκλείψει οι πρωταγωνιστές τους; Να λοιπόν πως επιχειρείται να γραφεί η ιστορία. «Η ιστορία γράφεται απ’ αυτούς που έχουν την εξουσία και το χρήμα. Ούτε οι σκλάβοι ούτε οι φτωχοί άνθρωποι έγραψαν ποτέ ιστορία. Αυτά που διαβάζουμε ως ιστορία είναι αυτά που κάποιοι αποφάσισαν ότι έπρεπε να διαβάσουμε». Σιμόν Περές
Άποψη 6η: «η χούντα προσέφερε τρία τινά: Προετοίμασε το έδαφος για την εισβολή και κατοχή της Κύπρου, ετοίμασε το έδαφος με το σύνθημα “Ελλάς Ελλήνων χριστιανών” για την πολεμική κατά της Εκκλησίας και γέννησε υποκατάστατο έπους, το οποίο θα εορτάζεται, όταν η νέα τάξη πραγμάτων δώσει την εντολή για παύση του εορτασμού των προηγουμένων γνησίων επών».
Η άποψη αυτή κάνει τρεις βαρύγδουπες προσεγγίσεις για τις επιπτώσεις, από την 7ετή χουντική επέλαση: την εθνική, την εκκλησιαστική και την εθνικιστική.
Η πρώτη είναι προφανής. Αφού η τραγωδία της Κύπρου διαιωνίζεται ακόμη και μέχρι σήμερα.
Η δεύτερη επισημαίνεται ότι είναι άδικη, αφού ο λαός ουσιαστικά («υποτονικά σε επίπεδο λαού») δεν αποδέχθηκε την μεταπολιτευτική πολεμική των εχθρών της εκκλησίας. Δηλαδή εν ολίγοις «ξέχασε» ή δεν δίνει πια σημασία για την συνεργασία που είχε το τότε Ιερατείο της Εκκλησίας με το χουντικό καθεστώς.
Τέλος για την τρίτη, φέρεται να έχει επιβληθεί από τους διεθνείς και ανθέλληνες συνωμότες, να εορτάζεται ένα έπος «μαϊμού» (δηλ. το Πολυτεχνείο) αντί των ορθών τα οποία δεν πρέπει να υμνούνται ούτε και να εορτάζονται ως γνήσια. Πόσο ελληνάρας μπορεί να είναι κάποιος ώστε να αξιολογεί κατά τέτοιο τρόπο τα εθνικά έπη; Αλήθεια πόσο απέχει αυτή η διάθεση για διαβάθμιση των εθνικών επών, απ’ αυτή του διαφωτιστή έφεδρου αξιωματικού της χούντας;
Τέτοιες προσεγγίσεις γίνονται απ’ όσους δεν θέλουν να αποδεχτούν ότι αυτή την περίοδο, η δημοκρατία καταλύθηκε (σιγά και να μη τους ένοιαξε). Οι ελευθερίες φυλακίστηκαν στα κελιά του ΕΑΤ-ΕΣΑ κλπ (σιγά και να μη σκοτίστηκαν, αφού αυτοί ένοιωθαν ελεύθεροι μέσα στον μικρόκοσμο της αγκαλιάς αυτού του καθεστώτος). Η χώρα απομονώθηκε από τον υπόλοιπο κόσμο (αφού δεν το ξέρανε τότε γιατί να τους νοιάξει; και όταν το έμαθαν πάλι δεν τους ένοιαξε γιατί γνώριζαν ότι προερχόταν από τους «γνωστούς ανθελληνικούς κύκλους»). Η ανάπτυξη της χώρας σταμάτησε, αφού τις τύχες της τις ανέλαβαν αδαείς αξιωματικοί (τι πειράζει αφού αυτοί βολεύτηκαν με τη νέα κατάσταση;). Η εθνική αξιοπρέπεια ταπεινώθηκε (δεν χάθηκε δα και ο κόσμος, αρκεί που «οι αξιωματικοί όμως την 21η Απριλίου έσωσαν την Ελλάδα ένα βήμα προ της αβύσσου»). Η λαϊκή κυριαρχία υποκαταστάθηκε από επίορκους αξιωματικούς και τα ανδρείκελα τους (καλώς έγινε κατά την άποψη τους, αφού ακόμη και σήμερα πιστεύουν πως ήταν για το καλό της πατρίδας).
Αυτές είναι μερικές μόνο, από τις πάμπολλες επιπτώσεις της χουντικής επέλασης της περιόδου 1967-74. Όσοι δεν θέλουν να τις δουν, ας αυτοϊκανοποιούνται τότε με τα θρησκόληπτα εθνικιστικά τους παραληρήματα.
Χρήστος Παπαδόπουλος
(1) «Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη» Βιβλίο Α΄ κεφ. 9.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου