(του Χρήστου Παπαδόπουλου)
Ο πρωθυπουργός της χώρας δηλώνει με έπαρση από τη Θεσσαλονίκη, ότι «Δεν μπορούμε να ανεχτούμε μια Ελλάδα με πολίτες δυο ταχυτήτων». Και προς επιβεβαίωση αυτής της επιταγής λέει, έτσι απλά: «Δώσαμε στη δημοσιότητα τους καταλόγους των μεγαλοοφειλετών του Ελληνικού Δημοσίου».
Η εξόφληση των λογαριασμών, μ’ όλους αυτούς που έκλεψαν και καταχρέωσαν το ελληνικό κράτος, επιτυγχάνεται με τη δημόσια «διαπόμπευση» τους. Ο εθνικός αποτροπιασμός προς «σε όσους βγάζουν (σ.σ. τώρα) τα λεφτά τους έξω από τη χώρα μας», καλεί να εκφραστεί μέσα από τους επιχειρηματίες που μπορούν «να πιστέψουν και να επενδύσουν στην Ελλάδα». Αλήθεια πόσοι τέτοιοι επιχειρηματίες κατόρθωσαν να επιβιώσουν ακόμη, και να έχουν τέτοιες δυνατότητες;
Όταν τα ελλείμματα των Ταμείων Ασφάλισης, αντιμετωπίζονται με δραστικές μειώσεις στις παροχές υγείας και στις συντάξεις. Κάποια από τα τρωκτικά, που κατέφαγαν και ρήμαξαν αυτά τα ταμεία, αντιμετωπίζονται με μια απλή διακοπή «συνεργασίας»: «διακόψαμε τις συμβάσεις πλέον των τριακοσίων πενήντα γιατρών και φαρμακοποιών με τα Ταμεία, λόγω της παράνομης συνταγογράφησης και εκτέλεσης συνταγών».
Όταν οι μισθωτοί και συνταξιούχοι «πληρώνουν τους φόρους τους…δεν μπορεί σήμερα… κάποιοι άλλοι να χρωστούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, να φοροδιαφεύγουν και να μένουν στο απυρόβλητο». Για αυτό λοιπόν η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη και απειλεί με τη «δημοσιοποίηση ονομάτων μεγαλοοφειλετών φυσικών προσώπων». Έτσι λοιπόν απαντά («πυροβολεί» !) η κυβέρνηση, τους φοροφυγάδες του χθες, και του σήμερα;
Όταν η προσφορά των εργαζομένων, για τη διάσωση της χώρας, έγινε αναγκαστική υποχρέωση. Για τους έχοντες και κατέχοντες η ανάγκη για προσφορά, επαφίεται στη θεία φώτιση: «Μακάρι να αισθανθούν την ανάγκη προσφοράς και οι σύγχρονοι έχοντες και κατέχοντες» και να πουν «ναι, φορολογείστε μας περισσότερο». Αυτό είναι το θαύμα που περιμένει λοιπόν σήμερα η κυβέρνηση, για να σωθεί η χώρα;
Όταν ο πρωθυπουργός διατυμπανίζει ότι ως κυβέρνηση, «Είμαστε εναντίον όχι κοινωνικών ομάδων, αλλά πρακτικών και αντιλήψεων που μας βλάπτουν και μας προσβάλλουν όλους». Όταν δηλώνει ότι «Είμαι όμως αποφασισμένος να συγκρουστώ μέχρι τέλους με ό,τι ταλαιπωρεί την Ελλάδα, με ό,τι κλείνει το δρόμο στο μέλλον».
Έρχεται στη συνέχεια και απλά «Ζητώ από τις τράπεζες να σεβασθούν τη στήριξη που τους έχει δώσει μέχρι τώρα το κράτος και ο λαός, με τη μορφή εγγυήσεων». Επιμένει και προειδοποιεί (!!!) ότι «Απόφασή μου είναι, όποια τράπεζα χρειασθεί κεφαλαιακή ενίσχυση (σ.σ. από δω και πέρα) από το κράτος, να τη λάβει μέσα από κοινές μετοχές, ώστε το κέρδος της διάσωσής της να πάει σε κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα και στον Έλληνα φορολογούμενο». Μόνο όμως, που μ’ αυτόν τον τρόπο αποκρύπτεται το πιο προφανές: ότι δηλαδή σε μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της, το χρέος που θα προκύψει που θα φορτωθεί; Μήπως «σε κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα και στον Έλληνα φορολογούμενο»;
«Σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο», που βρίσκεται σήμερα η χώρα μας, την ευθύνη ποιος τη φέρνει άραγε; Μήπως η εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών ή η τελευταία παραγωγική γενιά; Γ’ αυτό το λαμπρό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί σήμερα στη χώρα μας και για το μέλλον που έχουν προδιαγράψει για τα επόμενα 40 χρόνια, ο πρωθυπουργός διαπιστώνει πως «Σήμερα, η δική μας γενιά εξακολουθεί να έχει τον πρώτο λόγο στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας…
Σε ό,τι αφορά δε τον πολιτικό κόσμο της χώρας, εκεί πλέον η κοροϊδία απέναντι στο λαό με τις παραγραφές των ευθυνών, θα σταματήσει οριστικά με την επόμενη Συνταγματική αναθεώρηση». Είναι σα να λέει: ναι, ξεχάστε ή διαγράψτε τις μέχρι τώρα ευθύνες μας(!). Εμείς γνωρίζουμε, ξέρουμε καλύτερα από τον καθένα, πώς να αντιμετωπίσουμε την κρίση αυτή(!).
Και συνεχίζει, «Ξέρω ότι πολλοί νέοι μας θέλουν να φύγουν, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Τους καταλαβαίνω… Σας ζητώ να μην εγκαταλείψετε τη προσπάθεια να αλλάξουμε την Ελλάδα». Και ως εγγύηση-κίνητρο για αυτή τη προσπάθεια θα είναι ο «Βασικός μου στόχος… Να μην υπάρχει οικογένεια χωρίς τουλάχιστον έναν εργαζόμενο, να μην υπάρχει οικογένεια χωρίς εισόδημα». Καθ’ ον ερμηνεύεται: η νέα παραγωγική κρεατομηχανή που εγκαθίσταται στην χώρα, χρειάζεται ως πρώτη ύλη – για τα επόμενα 40 χρόνια – τη δική τους ζωή, τη δική τους προσφορά.
Ναι, «μην εγκαταλείψετε τη προσπάθεια να αλλάξουμε την Ελλάδα», αυτήν όμως, με τους πολίτες δυο ταχυτήτων…
Η εξόφληση των λογαριασμών, μ’ όλους αυτούς που έκλεψαν και καταχρέωσαν το ελληνικό κράτος, επιτυγχάνεται με τη δημόσια «διαπόμπευση» τους. Ο εθνικός αποτροπιασμός προς «σε όσους βγάζουν (σ.σ. τώρα) τα λεφτά τους έξω από τη χώρα μας», καλεί να εκφραστεί μέσα από τους επιχειρηματίες που μπορούν «να πιστέψουν και να επενδύσουν στην Ελλάδα». Αλήθεια πόσοι τέτοιοι επιχειρηματίες κατόρθωσαν να επιβιώσουν ακόμη, και να έχουν τέτοιες δυνατότητες;
Όταν τα ελλείμματα των Ταμείων Ασφάλισης, αντιμετωπίζονται με δραστικές μειώσεις στις παροχές υγείας και στις συντάξεις. Κάποια από τα τρωκτικά, που κατέφαγαν και ρήμαξαν αυτά τα ταμεία, αντιμετωπίζονται με μια απλή διακοπή «συνεργασίας»: «διακόψαμε τις συμβάσεις πλέον των τριακοσίων πενήντα γιατρών και φαρμακοποιών με τα Ταμεία, λόγω της παράνομης συνταγογράφησης και εκτέλεσης συνταγών».
Όταν οι μισθωτοί και συνταξιούχοι «πληρώνουν τους φόρους τους…δεν μπορεί σήμερα… κάποιοι άλλοι να χρωστούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, να φοροδιαφεύγουν και να μένουν στο απυρόβλητο». Για αυτό λοιπόν η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη και απειλεί με τη «δημοσιοποίηση ονομάτων μεγαλοοφειλετών φυσικών προσώπων». Έτσι λοιπόν απαντά («πυροβολεί» !) η κυβέρνηση, τους φοροφυγάδες του χθες, και του σήμερα;
Όταν η προσφορά των εργαζομένων, για τη διάσωση της χώρας, έγινε αναγκαστική υποχρέωση. Για τους έχοντες και κατέχοντες η ανάγκη για προσφορά, επαφίεται στη θεία φώτιση: «Μακάρι να αισθανθούν την ανάγκη προσφοράς και οι σύγχρονοι έχοντες και κατέχοντες» και να πουν «ναι, φορολογείστε μας περισσότερο». Αυτό είναι το θαύμα που περιμένει λοιπόν σήμερα η κυβέρνηση, για να σωθεί η χώρα;
Όταν ο πρωθυπουργός διατυμπανίζει ότι ως κυβέρνηση, «Είμαστε εναντίον όχι κοινωνικών ομάδων, αλλά πρακτικών και αντιλήψεων που μας βλάπτουν και μας προσβάλλουν όλους». Όταν δηλώνει ότι «Είμαι όμως αποφασισμένος να συγκρουστώ μέχρι τέλους με ό,τι ταλαιπωρεί την Ελλάδα, με ό,τι κλείνει το δρόμο στο μέλλον».
Έρχεται στη συνέχεια και απλά «Ζητώ από τις τράπεζες να σεβασθούν τη στήριξη που τους έχει δώσει μέχρι τώρα το κράτος και ο λαός, με τη μορφή εγγυήσεων». Επιμένει και προειδοποιεί (!!!) ότι «Απόφασή μου είναι, όποια τράπεζα χρειασθεί κεφαλαιακή ενίσχυση (σ.σ. από δω και πέρα) από το κράτος, να τη λάβει μέσα από κοινές μετοχές, ώστε το κέρδος της διάσωσής της να πάει σε κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα και στον Έλληνα φορολογούμενο». Μόνο όμως, που μ’ αυτόν τον τρόπο αποκρύπτεται το πιο προφανές: ότι δηλαδή σε μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της, το χρέος που θα προκύψει που θα φορτωθεί; Μήπως «σε κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα και στον Έλληνα φορολογούμενο»;
«Σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο», που βρίσκεται σήμερα η χώρα μας, την ευθύνη ποιος τη φέρνει άραγε; Μήπως η εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών ή η τελευταία παραγωγική γενιά; Γ’ αυτό το λαμπρό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί σήμερα στη χώρα μας και για το μέλλον που έχουν προδιαγράψει για τα επόμενα 40 χρόνια, ο πρωθυπουργός διαπιστώνει πως «Σήμερα, η δική μας γενιά εξακολουθεί να έχει τον πρώτο λόγο στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας…
Σε ό,τι αφορά δε τον πολιτικό κόσμο της χώρας, εκεί πλέον η κοροϊδία απέναντι στο λαό με τις παραγραφές των ευθυνών, θα σταματήσει οριστικά με την επόμενη Συνταγματική αναθεώρηση». Είναι σα να λέει: ναι, ξεχάστε ή διαγράψτε τις μέχρι τώρα ευθύνες μας(!). Εμείς γνωρίζουμε, ξέρουμε καλύτερα από τον καθένα, πώς να αντιμετωπίσουμε την κρίση αυτή(!).
Και συνεχίζει, «Ξέρω ότι πολλοί νέοι μας θέλουν να φύγουν, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Τους καταλαβαίνω… Σας ζητώ να μην εγκαταλείψετε τη προσπάθεια να αλλάξουμε την Ελλάδα». Και ως εγγύηση-κίνητρο για αυτή τη προσπάθεια θα είναι ο «Βασικός μου στόχος… Να μην υπάρχει οικογένεια χωρίς τουλάχιστον έναν εργαζόμενο, να μην υπάρχει οικογένεια χωρίς εισόδημα». Καθ’ ον ερμηνεύεται: η νέα παραγωγική κρεατομηχανή που εγκαθίσταται στην χώρα, χρειάζεται ως πρώτη ύλη – για τα επόμενα 40 χρόνια – τη δική τους ζωή, τη δική τους προσφορά.
Ναι, «μην εγκαταλείψετε τη προσπάθεια να αλλάξουμε την Ελλάδα», αυτήν όμως, με τους πολίτες δυο ταχυτήτων…
13/09/2011 11:30|www.kozan.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου